Η σχέση του Αντόνιο Κορδόν με τον Νταβίντ Φουστέρ έχει τις ρίζες της στο καλοκαίρι του 2004. Τότε, ο 22χρονος Ισπανός άφηνε την ομάδα της γενέτειράς του, Ολίβα, και εντασσόταν ως ελεύθερος στη δεύτερη ομάδα της Βιγιαρεάλ, όπου αθλητικός διευθυντής ήταν ήδη ο Κορδόν.
Ο Κορδόν παρέμεινε στη Βιγιαρεάλ για 17 χρόνια, από το 1999 έως το 2016, έχοντας περάσει από διαφορετικούς ρόλους, μεταξύ άλλων ως σκάουτ, αναλυτής και αθλητικός διευθυντής. Ήταν, μάλιστα, εκείνος που υποδέχθηκε τον Φουστέρ στους «κίτρινους». Ο Ισπανός μεσοεπιθετικός αγωνίστηκε για τέσσερα χρόνια στη δεύτερη ομάδα της Βιγιαρεάλ, από το 2004 έως το 2008, ακολούθησε η Έλτσε για μία σεζόν και στη συνέχεια επέστρεψε στην πρώτη ομάδα της Βιγιαρεάλ για την αγωνιστική περίοδο 2009-10.
Εκείνη τη σεζόν ο Φουστέρ συνυπήρξε με τον Αριέλ Ιμπαγάσα και τον Ιβάν Μαρκάνο, ενώ στον πάγκο βρισκόταν ο Ερνέστο Βαλβέρδε. Οι δρόμοι και των τριών διασταυρώθηκαν ξανά στον Ολυμπιακό τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας έναν ακόμη κρίκο στην ποδοσφαιρική διαδρομή του Ισπανού.
Ο Κορδόν, πάντως, είχε ήδη στο μυαλό του την προοπτική να συνεργαστεί ξανά με τον Φουστέρ μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Ο Ισπανός κρέμασε τα παπούτσια του το καλοκαίρι του 2017, αποχωρώντας από τη Χετάφε, και στη συνέχεια άρχισε να επενδύει στην εκπαίδευση και την απόκτηση γνώσεων γύρω από το ποδόσφαιρο.
Η πρώτη πιο συγκεκριμένη απόπειρα για να συνεργαστούν στον Ολυμπιακό έγινε το καλοκαίρι του 2023, όταν ο Κορδόν, στην πρώτη του θητεία στον σύλλογο, πρότεινε στον Φουστέρ να ενταχθεί στο τεχνικό επιτελείο. Ο Ισπανός, ωστόσο, επέλεξε τότε να συνεχίσει στη Βιγιαρεάλ.
Δύο χρόνια αργότερα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει και οι δύο άνδρες βρίσκονται πλέον ξανά πολύ κοντά σε μια κοινή πορεία. Με τη συνδρομή του Κορδόν, ο Φουστέρ βρέθηκε στην Ελλάδα, πήγε στις εγκαταστάσεις του Ρέντη και συζήτησε με τους ανθρώπους του Ολυμπιακού το ενδεχόμενο να αναλάβει συγκεκριμένο ρόλο στο νέο οργανόγραμμα του συλλόγου.
Η πιθανή προσθήκη του Φουστέρ εντάσσεται στο ισπανικό μοντέλο που έχει διαμορφώσει ο Ολυμπιακός, με τον Αντόνιο Κορδόν στη θέση του αθλητικού διευθυντή, τον Ιμανόλ Αλγκουαθίλ στην τεχνική ηγεσία της πρώτης ομάδας, τον Αλβάρο Ρούμπιο στη δεύτερη ομάδα και τον Νταβίντ Ροντρίγκεθ στην Κ19.
Άλλωστε, ο Φουστέρ έχει στοιχεία που ταιριάζουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ως ποδοσφαιριστής ξεχώριζε για τη μαχητικότητά του, την προσήλωσή του στις οδηγίες του προπονητή και την προσπάθειά του να υπηρετεί το αγωνιστικό πλάνο. Δεν ήταν τυχαίο πως είχε χαρακτηριστεί από τα ισπανικά και ελληνικά ΜΜΕ ως ο «πιστός στρατιώτης», αρχικά του Βαλβέρδε και στη συνέχεια των προπονητών που συνεργάστηκαν μαζί του στον Ολυμπιακό.
Η δική του πορεία, άλλωστε, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σταδιακής εξέλιξης. Ξεκίνησε από την Ολίβα, συνέχισε στη δεύτερη ομάδα της Βιγιαρεάλ, αγωνίστηκε στην Έλτσε στη δεύτερη κατηγορία και επέστρεψε στο «κίτρινο υποβρύχιο», όπου έκανε το ντεμπούτο του στη La Liga σε ηλικία 27 ετών. Τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του, όμως, τα έζησε στον Ολυμπιακό, όπου αγωνίστηκε από τα 28 έως τα 34 του και κατέκτησε τίτλους, κερδίζοντας παράλληλα την καθολική αναγνώριση των φίλων της ομάδας.
Παράλληλα με την ποδοσφαιρική του διαδρομή, ο Φουστέρ φρόντισε να δημιουργήσει τις βάσεις για την επόμενη ημέρα. Από τον Σεπτέμβριο του 2001 έως τον Ιούνιο του 2006 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια, αποκτώντας πτυχίο στη Φυσική Αγωγή και τον Αθλητισμό. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, τον Φεβρουάριο του 2018 δημιούργησε στην Ολίβα τη «David Fuster Academy», την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους συνέχισε την εκπαίδευσή του, πραγματοποιώντας μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Ποδοσφαίρου στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Στη συνέχεια, από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2023, εργάστηκε στη Βαλένθια στον τομέα της διαχείρισης και ανάπτυξης νεαρών ταλαντούχων αθλητών.
Ο 44χρονος πλέον Φουστέρ διαθέτει επίσης δίπλωμα προπονητή UEFA Pro, ενώ από τον Ιούλιο του 2023 έως τον Ιούνιο του 2024 εργάστηκε ως βοηθός τεχνικού στη Βιγιαρεάλ. Έτσι, η εμπειρία του δεν περιορίζεται πλέον στις γνώσεις που απέκτησε ως ποδοσφαιριστής, αλλά περιλαμβάνει την προπονητική, τη διοίκηση ποδοσφαίρου και την ανάπτυξη νεαρών παικτών.
Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την αποχώρησή του, ο Φουστέρ διατήρησε στενή σχέση με τον Ολυμπιακό και καλές επαφές με τους ανθρώπους του συλλόγου. Επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα και τον περασμένο Ιανουάριο βρέθηκε στον Πειραιά μαζί με τον γιο του. Οι δυο τους επισκέφθηκαν το Μουσείο του Ολυμπιακού και στη συνέχεια παρακολούθησαν από κοντά την αναμέτρηση με τη Λεβερκούζεν για τη League Phase του Champions League.
Στον Ολυμπιακό ο Φουστέρ αγωνίστηκε συνολικά για έξι χρόνια, κατακτώντας έξι πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα Ελλάδας. Οι «ερυθρόλευκοι» τον απέκτησαν το καλοκαίρι του 2010 από τη Βιγιαρεάλ έναντι 1,5 εκατ. ευρώ, ενώ τον Ιούνιο του 2016 αποχώρησε ως ελεύθερος με προορισμό τη Χετάφε.
Με τη φανέλα του Ολυμπιακού ο Φουστέρ κατέγραψε 169 συμμετοχές, σημειώνοντας 45 γκολ και μοιράζοντας 26 ασίστ. Συνολικά στην καριέρα του αγωνίστηκε σε 273 παιχνίδια, με απολογισμό 66 τέρματα και 31 ασίστ. Πλέον, η επόμενη σελίδα της διαδρομής του είναι πιθανό να γραφτεί ξανά στον Πειραιά, αυτή τη φορά από ένα διαφορετικό πόστο.


